Οδυσσέας Ελύτης, Αποφθεγματα

Οδυσσέας Ελύτης

Οδυσσέας Ελύτης

Οδυσσέας Ελύτης ( 1911-1996 , Ποιητής, Νόμπελ 1979)

Φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο με καταγωγή από τη Μυτιλήνη. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Γνωστά ποιητικά του έργα: "Άξιον Εστί", "Ήλιος ο πρώτος", "Προσανατολισμοί" κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης.

Κάποια εποχή απέκτησε το -δικαιολογημένο- προσωνύμιο "ο Ποιητής του Αιγαίου". Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων.

Τα τρία Τ της επιτυχίας: Ταλέντο, Τόλμη, Τύχη.

Το άπειρο υπάρχει για μας όπως η γλώσσα για τον κωφάλαλο.

Όταν ακούς «τάξη», ανθρωπινό κρέας μυρίζει

Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

Την αλήθεια την «φτιάχνει» κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα

Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το ανταποδώσει.

Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.

Η λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.

Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…

Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία

 

Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.
Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

Φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική, μας οδηγούν στη βαθύτερη γνώση του κόσμου.

Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη.

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις,
όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.

Δυστυχώς και η Γη με δικά μας έξοδα γυρίζει

Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά, δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους. Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας, και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;

Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες.R

Το «κενό» υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του.

Ο Νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει

Την μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!

Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι.

Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».

Ο τρομοκράτης είναι ο άξεστος των θαυμάτων

Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα.

Θεέ μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!

Άχνα βασιλικού πάνω απ’ το σγουρό εφηβαίο.

Χίλιοι δυο παραφυλάνε σε κοιτάν και δεν μιλάνε.
Είσαι σήμερα μονάρχης κι ώσαμ’ αύριο δεν υπάρχεις.

Έχω κάτι να πω διάφανο και ακατάληπτο
Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου
Το ελάχιστο θέλησα και με τιμώρησαν με το πολύ.
Ο Αύγουστος ελούζονταν μες στην αστροφεγγιά. Κι από τα γένια του έσταζαν άστρα και γιασεμιά.
Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.
Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου, άνθρωπε· δώσε της διάρκεια· μπορείς!
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη -
Μα πού γύριζες
Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως.
Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί,
Γυναίκα
Τη γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική.
Το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

(από το "Άξιον Εστί")

Έχοντας ερωτευτεί και κατοικήσει αιώνες μες στη θάλασσα έμαθα γραφή και ανάγνωση.
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δε σε ξέρει.
Όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο
Φαγωμένο από το λάδι και το αλάτι
Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς
Νυν η ταπείνωση των Θεών
Νυν η σποδός του Ανθρώπου
Νυν Νυν το μηδέν
και Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

(Οι τελευταίοι στίχοι του «Άξιον εστί»)

Μακριά, μέσα στ’ απώτατα βάθη του Αμνού, ο πόλεμος συνεχίζεται
Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα.
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή.
Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!
Πρόσεχε να προφέρεις καθαρά τη λέξη θάλασσα
έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια
Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο θεός


Πηγή : http://www.gnomikologikon.gr/authquotes.php?auth=18#ixzz2IS5Tm1SU